-------------------------------------------------

ΟΤΙ ΕΧΕΙ ΕΙΠΩΘΕΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΥΤΑ ΣΤΗΝ ΑΤΤΙΚΗ ΔΗΛΩΣΕΙΣ - ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΠΩΝΥΜΩΝ ΚΑΙ ΜΗ

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

"ΟΙ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΤΗΣ ΧΩΜΑΤΕΡΗΣ"

Ένα καταπληκτικό άρθρο που διάβασα στο blog ΤΙΜΕ ΖΟΝΕ ΖΕΡΟ. Ίσως από τα σπάνια άρθρα που συνδυάζουν το πραγματικό ρεπορτάζ με την ανθρωπιά και την ευαισθησία!
Το αναδημοσιεύω γιατί, πέρα από την σχέση που έχει με τον αγώνα μας κατά του ΧΥΤΑ στο Γραμματικό, αξίζει να διαβαστεί από όσο γίνεται περισσότερους πολίτες.
Ίσως όλοι γίνουμε πιο σοφοί...

23 Νοε 2009

Οι βασιλιάδες της χωματερής



Λένε πως αν σε κουτσουλήσει γλάρος στο κεφάλι έχεις εφτά χρόνια τύχη. Στους βασιλιάδες της χωματερής συμβαίνει καθημερινά, χιλιάδες φορές. Τύχη βέβαια, γιαυτούς, είναι να ξεθάψουν από τα σκουπίδια κάτι χρήσιμο. Και να καταφέρουν να βγουν ζωντανοί. Ραντεβού στο βασίλειο της ανθρώπινης εξαθλίωσης. Ή αλλιώς ΧΥΤΑ.
Τα φορτηγά που τρέχουν σαν τρελά στην λεωφόρο Νάτο μας έχουν τυλίξει σε ένα σύννεφο από κοκκινόχωμα και με δυσκολία διακρίνουμε ότι αυτά τα συντρίμμια στα δεξιά μας, είναι τα αρχαία αθηναϊκά τείχη. Οριοθετούν πλέον τη χωματερή που υψώνεται μπροστά μας και στρώνει το κόκκινο χαλί με τις αποπνικτικές μυρωδιές, αναδίδοντας όλη τη βρωμερή μεγαλοπρέπεια που της έστειλε σε σακούλες η Αθήνα, το περασμένο βράδυ.
Λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω, οι πύλες του λόφου των σκουπιδιών. Αμπαρωμένη μέσα στο γραφείο της, ελέγχει τις διελεύσεις των απορριμματοφόρων και των φορτηγών που κουβαλούν χώμα, η προϊσταμένη της χωματερής. «Είναι άγρια τα πράγματα επάνω. Καλή τύχη κοπελιά» εύχεται ενώ μας παραδίδει σε έναν από τους οδηγούς που εργάζονται στο χώρο, για να μας ανεβάσει στην κορυφή.

Καθισμένη στην καρότσα ενός αγροτικού, έχω κολλήσει τη μύτη μου στο μανίκι . Κοιτάζοντας ψηλά και δεν διακρίνεις ούτε ένα κομματάκι μπλε. Αν ο Χίτσκοκ είχε έρθει εδώ βάζω στοίχημα ότι θα είχε γυρίσει τους «Γλάρους». Χιλιάδες και καλοαναθρεμμένοι- τα φτερά τους, σε πλήρη διάταση, ξεπερνούν το ενάμιση μέτρο- καλύπτουν τον ουρανό και τον ορίζοντα και κράζουν δυνατά, δίνοντας το σήμα: είναι δέκα το πρωί. Τα απορριμματοφόρα ξεφορτώνουν την πρώτη «σοδειά». Ο Τζίμης, ο Παναγιώτης, η Μαρία, ο Ηλίας και οι περίπου 1300 τσιγγάνοι από την Αλβανία έχουν ήδη ανέβει στο χρυσωρυχείο τους. Περίπου 300 από την πλαγιά της χωματερής, όπου έχουν το μόνιμο «σπίτι» του, κάποιοι από τις γειτνιάζουσες φαβέλες. Οι τελευταίοι, έχουν πηδήξει τον περιφραγμένο χώρο από ένα ξεχαρβαλωμένο συρματόπλεγμα, -με μάρτυρες έξι αστυνομικούς που πάντα κάνουν τα στραβά μάτια- και τώρα ανηφορίζουν σέρνοντας τρέιλερ. «Τι να τους κάνουμε; Μπορείς να τους σταματήσεις;» μας ρώτησαν εν μέσω ειλικρινούς αδιαφορίας, οι αστυνομικοί.
Σε λίγα λεπτά πατάω την κορυφή, αυτού του τέρατος που το μπουκώνουμε καθημερινά έξι με εφτά χιλιάδες τόνους φαγητό και βαριανασαίνει, ξεφυσώντας σαπίλα. Η ζωή εδώ εκτυλίσσεται σε δύο κόσμους. Κι είναι παράλληλοι. Ένας υπάλληλος, σε ρόλο κουμανταδόρου, καθοδηγεί τα απορριμματοφόρα στα ελεύθερα σημεία. Λίγο πιο πέρα η βασίλισσα της χωματερής, μια τσιγγάνα από την Αλβανία, γύρω στα 40, οργανώνει τους δικούς της- σε πιο φορτηγό να ορμήξουν. Αν είναι φορτηγό με πάνες ή με προϊόντα που έχει περάσει η ημερομηνία λήξης τους, θα γίνει χαμός. «Θα δεις τους Γιάννηδες –οι περισσότεροι επιλέγουν να τους λένε “Ιάνι”- να τρέχουν από το βουνό για να προλάβουν» λέει ο κύριος Δημήτρης που μας συνοδεύει. Τρέχουν ανά εκατοντάδες, κάτω από τα μαχαίρια των φορτηγών την ώρα που οι οδηγοί αδειάζουν το φορτίο και αρπάζουν ότι πέφτει από την καρότσα. Ξαφνικά το δέος που μου προκαλούν οι εικόνες γύρω μου είναι εντονότερο από την τάση για εμετό. Κάτω από τα σμήνη των γλάρων που κατασπαράζουν ότι βρουν βρίσκονται χωμένοι άνθρωποι. Έχουν βουτήξει κυριολεκτικά μέσα στα σκουπίδια και ψάχνουν. Μετά από ώρες συγκομιδής, πηγαινοέρχονται ανάμεσα στις μπουλντόζες κουβαλώντας τα ευρήματά τους. Μια μικρή τσιγγάνα, μπροστά μου κουβαλάει έναν βαρύ σάκο στην πλάτη και σέρνει ένα μισοσπασμένο παιδικό καροτσάκι. Είναι έγκυος και ούτε που έχει πατήσει τα δεκάξι. Δεν είμαι πια σίγουρη ότι η γη από κάτω μου τρέμει επειδή οι περνάνε οι μπουλντόζες. Νομίζω πως αγρίεψαν τα σκουπίδια που έχει καταπιεί και θα πεταχτούν από τα έγκατά της, έξω, για να μας φάνε. Με λαιμαργία. Όπως ο μικρός Τζίμης, πανευτυχής, τρώει μια σακούλα σάπια γαριδάκια που του έδωσε ο μπαμπάς του. «Ληγμένα είναι. Τι να κάνω; Είναι παιδί και τα θέλει». Αν σταθεί τυχερός και βρει κι άλλα σακουλάκια δεν θα του τα δώσει. Θα τα πουλήσει. Όχι στην μόνο στην τοπική αγορά των καταυλισμών. Και στις λαϊκές. (Τα Ηνωμένα Εθνη υπολογίζουν ότι στις πόλεις του Τρίτου Κόσμου το 1-2% των κατοίκων ζουν αποκλειστικά από συλλογή και πώληση σκουπιδιών). Αν τον προμηθεύσουμε με πολλά ληγμένα προϊόντα και μαζέψει αρκετό αλουμίνιο, θα εξασφαλίσει ένα καλό ποσό. Ένα πενηντάευρο. Θα είναι όλο δικό του, άλλωστε έξοδα για φαγητό δεν έχει. Και δεν πληρώνει ενοίκιο, μένει στον καταυλισμό που βρίσκεται στην πλαγιά της χωματερής και αποτελείται από έναν ξεσκισμένο τριθέσιο καναπέ, δυο τρεις καρέκλες και μερικά πεταμένα αφρολέξ. Εδώ, μια παρέα τσιγγάνων κάνει τώρα διάλειμμα και μοιράζεται μια κούτα με χαλασμένα αναψυκτικά. «Μη με κοιτάς. Ουστ!» μου λέει μια γυναίκα. Την φωνάζουν βασίλισσα της χωματερής. Προσπαθώ να της πιάσω την κουβέντα και αγριεύει. Πριν λίγη ώρα κυνήγησε με ένα σιδερένιο δρεπάνι, τον Τσιρώνη που πήγε να την φωτογραφήσει.

«Δεν παίζεις με αυτούς» μου λέει ένας υπάλληλος, που μετράει περίπου τριάντα χρόνια στη χωματερή. «Τον βλέπεις αυτόν εκεί; Έλα εδώ εσύ!» φωνάζει σε έναν νεαρό που κατευθύνεται προς κάποιο απορριμματοφόρο. «Εσύ δεν με απείλησες χθες ότι θα με σκοτώσεις με μια πέτρα;». Ο νεαρός πλησιάζει, μαζί του έρχονται και οι φίλοι του, όλοι γύρω στα είκοσι. Η κουβέντα ανάβει. Και δεν ξέρεις ποιος έχει πιο πολύ δίκιο. Ο υπάλληλος που προσπαθεί να κάνει τη δουλειά του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τους τσιγγάνους, ή ο νεαρός τσιγγάνος που κολυμπάει όλη τη μέρα στα σκουπίδια, τα ξεδιαλέγει και τα βρίσκει ξανά θαμμένα. «Βοήθα με κι εσύ, για να σε βοηθήσω κι εγώ. Και σας παρακαλώ μην φέρνετε μωρά παιδιά. Εκείνος εκεί δεν είναι ούτε πέντε!» λέει δείχνοντας έναν μικρούλη. «Και μην κάθεστε κάτω από τα μαχαίρια. Θα σας σκοτώσουμε χωρίς να το καταλάβουμε!». Η χωματερή δεν είναι μόνο νεκροταφείο σκουπιδιών. Έχουν θαφτεί και άνθρωποι εδώ μέσα. «Δεν φαίνονται μέσα στα σκουπίδια. Χίλια τριακόσια φορτηγά ανεβαίνουν εδώ κάθε μέρα. Ένας να μην τους δει…Με τρόμο κάνουμε την δουλειά μας» λέει ένας εκ των οδηγών. Οι οδηγοί κάθονται σούζα. Αδειάζουν το φορτίο τους και μετά βοηθούν τους τσιγγάνους να μετακομίσουν προς τα κάτω. Στην ουσία είναι υποχρεωμένοι να το κάνουν. Κι αυτός είναι άτυπος νόμος της χωματερής. Γιατί αν αρνηθούν, το λιγότερο που μπορεί να τους συμβεί είναι να τους σπάσουν το παρμπρίζ. «Τις προάλλες τραυμάτισαν έναν οδηγό με γυαλί στο πρόσωπο και τον πλάκωσαν στο ξύλο». Στο καθεστώς αυτό, της μεταφοράς, έχει υποταχτεί μέχρι και ο στρατός. Έχω μπροστά μου ένα στρατιωτικό φορτηγό που ξεφορτώνει σκουπίδια κι έπειτα γεμίζει τσιγγάνους. Περιμένει να ανεβάσουν τα πράγματα και ξεκινάει. Από πίσω του τρέχουν οι τσιγγάνοι και με ένα σάλτο, βρίσκονται μέσα. 
Όταν πέφτει το βράδυ, όλα γίνονται πιο τρομακτικά. Δεν φαίνονται οι άνθρωποι και νομίζεις ότι τα σκουπίδια ζωντάνεψαν και περπατάνε με φακούς στο χέρι. Οι γλάροι μοιάζουν με κοράκια. Νομίζω ότι με ακολουθεί το φάντασμα εκείνης της κοπέλας που θάφτηκε ζωντανή, στα 13 της χρόνια και στοιχειώνει τις μνήμες των εργαζομένων. Από ψηλά βλέπω τις φωτιές που άναψαν στο Ψάρι. Στις φαβέλες εκείνες, ζουν οι Έλληνες τσιγγάνοι που με υποδέχτηκαν το πρωί. 

«Κουμπάρα, κουμπάρα, βάφτισέ μου τον μικρό!» Ακούω ακόμα τα γέλια της Μαρίας, της Φρειδερίκης, της Βασιλικής των τόσων παιδιών που πόζαραν για φωτογραφία. Και την αγωνία των μανάδων τους που τους φοράνε χύμα «μπειμπιλίνες» και ξαγρυπνούν πάνω από τα μωρά για να μην τα κατασπαράξουν τα ποντίκια. Μπορεί να τα αφήσουν νηστικά. Να τους δώσουν δυο κουταλιές νερόβραστο ρύζι. Αλλά από τα σκουπίδια δεν θα τα ταΐσουν. Πώς φτάνει μια μητέρα να ταΐσει το μωρό της κοτόπουλο λιωμένο μέσα στα σκουπίδια; Δεν είναι η εξαθλίωση της ανθρώπινης φύσης, ως έννοια. Είναι η εικόνα της. Τα αγριεμένα μάτια που θα μου χιμήξουν. Χωρίς τρυφερότητα, αξιοπρέπεια, όνειρα. Όλα θαμμένα μέσα στα σκουπίδια. Έξω μόνο το δρεπάνι. Αν με πειράξεις θα φύγεις από τη μέση.

Φτάνω στο σπίτι και μπαίνω κατευθείαν στο μπάνιο. Ανοίγω τη βρύση- εκείνοι βουτάνε στα τρεχούμενα λήμματα. Θα κοιμηθώ χωρίς να φάω- δεν μπορώ- εκείνοι ίσως βρήκαν το ληγμένο γάλα που πέταξα χτες. Θα φιλήσουν την πεταμένη εικόνα των Αγίων Αναργύρων που βρήκαν το μεσημέρι, θα νανουρίσουν τα μωρά τους σε κομμένους κάδους σκουπιδιών και θα πέσουν για ύπνο. Ασφαλείς μέσα στο γκέτο που τους δημιουργήσαμε, για να μην κλέβουν εμάς. Ας κλέβουν τα σκουπίδια μας. Φοβάμαι να μάθω τι θα ονειρευτούν σήμερα. Αυτή η ιστορία είναι άλλωστε πολύ παλιά και πολύ μακρινή για μας! Ας γυρίσουμε στα καθαρά μας σπίτια. Καληνύχτα.

δημοσιεύτηκε στο Vetomag 22.11.09
ΦΩΤΟ: Κώστας Τσιρώνης

1 σχόλιο:

Manya Maratou είπε...

τωρα καταλαβα τι εννοουν αυτοι που μας διαβεβαιώνουν οτιγινεται η ανακυκλωση
:-(((